γουρουνόπουλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γουρουνόπουλο γουρουνόπουλα
γενική γουρουνόπουλου γουρουνόπουλων
αιτιατική γουρουνόπουλο γουρουνόπουλα
κλητική γουρουνόπουλο γουρουνόπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρουνόπουλο < μεσαιωνική ελληνική γουρουνόπουλο(ν) < γουρούνι + -όπουλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γουρουνόπουλο ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του γουρούνι
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : γουρουνάκι
  2. γουρούνι που το έχουν σφάξει ή το έχουν ψήσει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]