Μετάβαση στο περιεχόμενο

γουόκμαν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γουόκμαν < (λόγιο δάνειο) αγγλική walkman (μάρκα)[1] < walk (περπατώ) + man (άνθρωπος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣuok.man/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γουόκμαν ουδέτερο άκλιτο

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]