Μετάβαση στο περιεχόμενο

γοφός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γοφός οι γοφοί
      γενική του γοφού των γοφών
    αιτιατική τον γοφό τους γοφούς
     κλητική γοφέ γοφοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ακτινογραφία της περιοχής του γοφού

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γοφός < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική γόμφος (καρφί (ξύλινο), αρμός του σώματος, κλείδωση) με απλοποίηση του συμπλέγματος [mf] > [ff] > [f]. H μετακίνηση τόνου, πιθανόν κατά το μηρός.[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣoˈfos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γοφός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γοφός αρσενικό

  1. (ανατομία, ανεπίσημο) η περιοχή του σώματος γύρω από το άνω τμήμα του μηρού και την άρθρωση του ισχίου
     συνώνυμα: ισχίο
  2. (ναυτικός όρος, ανεπίσημο) [3]
      Ισχίον: Η οπίσθια πλευρική περιοχή του σκάφους, ο «γοφός» του (από το μέσον της πρύμνης μέχρι 45° προς τα πλώρα).
    Ηλίας Ι. Λαδάς (2012), Το εγχειρίδιο του αρμενιστή. Παραδοσιακή Ιστιοπλοΐα & Ναυτική Τέχνη για Προσκόπους. Αθήνα. Ίδρυμα Ευγενίδου (βιβλιοθήκες) - Σώμα Ελλήνων Προσκόπων. pdf, σελ.24 πρόσβαση:2025.06.15.
     συνώνυμα: ισχίο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γοφός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. γοφός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  3. γοφός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)