γούγλης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γούγλης | οι | γούγληδες |
| γενική | του | γούγλη | των | γούγληδων |
| αιτιατική | τον | γούγλη | τους | γούγληδες |
| κλητική | γούγλη | γούγληδες | ||
| Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γούγλης αρσενικό
- (διαδικτυακή αργκό, νεολογισμός, ανεπίσημο) άλλη μορφή του γκουγκλ
- ※ «Κάτσε να δούμε αν το έχει ξαναδεί ο Γούγλης!» «Ο ποιος?» «Η μηχανή αναζήτησης της Google!...» (Μανώλης Καργόπουλος, Βότκα port@Kali, εκδ. LuLu.com, 2019)
- ※ Χάρτης διαδρομής; Δεν τον έχει ούτε ο γούγλης. (σχόλιο σε βίντεο του YouTube, Δασικός δρόμος από Λαμπίρι προς αρχή μονοπατιού προς Κρημνίτσα, Κατελάνο, Καταβόθρα κτλ... 4/9/2023)
Μισό να το βάλω στο γούγλη, για να δούμε τι θα μας πει.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γούγλης
|
- ↑ Η ονομασία προέκυψε από τυχαία παραφθορά της λέξης googol —του μαθηματικού όρου για τον αριθμό 1 ακολουθούμενο από 100 μηδενικά— ώστε να υποδηλωθεί συμβολικά η προσπάθεια οργάνωσης και πρόσβασης σε τεράστιες ποσότητες πληροφορίας.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Διαδικτυακή αργκό (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Ανεπίσημοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)