γούνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γούνα οι γούνες
      γενική της γούνας
    αιτιατική τη γούνα τις γούνες
     κλητική γούνα γούνες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γούνα < μεσαιωνική ελληνική γούνα < υστερολατινική gunna

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γούνα θηλυκό

  1. το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων
  2. ρούχο από γούνα ζώου, γουναρικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]