γούνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γούνα γούνες
γενική γούνας
αιτιατική γούνα γούνες
κλητική γούνα γούνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γούνα < μεσαιωνική ελληνική γούνα < υστερολατινική gunna

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γούνα θηλυκό

  1. το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων
  2. ρούχο από γούνα ζώου, γουναρικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]