γούρνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γούρνα γούρνες
γενική γούρνας
αιτιατική γούρνα γούρνες
κλητική γούρνα γούρνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γούρνα < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή γρώνη («κοιλότητα»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γούρνα θηλυκό

  1. φυσική εδαφική κοιλότητα, μικρών διαστάσεων, που συγκεντρώνει νερά
    τα βράχια στην παραλία είναι γεμάτα γούρνες από τις οποίες μπορείς να μαζέψεις δολώματα για ψάρεμα
  2. (ειδικότερα) κατασκευή, συνήθως λίγο υπερυψωμένη, για να ποτίζονται ζώα
  3. το πάνω, κοίλο τμήμα, του νιπτήρα ή του νεροχύτη, στο οποίο μαζεύεται νερό (αν κλείσουμε το στόμιο από το οποίο φεύγουν τα νερά)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]