Μετάβαση στο περιεχόμενο

γράφοντας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣɾa.fon.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γράφοντας

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
γράφοντας: η άκλιτη νεοελληνική μετοχή σε -οντας

Μετοχή

[επεξεργασία]

γράφοντας άκλιτο

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γράφων
& γράφοντας
η γράφουσα το γράφον
      γενική του γράφοντος
& γράφοντα
της γράφουσας
& γραφούσης*
του γράφοντος
    αιτιατική τον γράφοντα τη γράφουσα το γράφον
     κλητική γράφων
& γράφοντα
γράφουσα γράφον
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γράφοντες οι γράφουσες τα γράφοντα
      γενική των γραφόντων των γραφουσών των γραφόντων
    αιτιατική τους γράφοντες τις γράφουσες τα γράφοντα
     κλητική γράφοντες γράφουσες γράφοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχοντας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
γράφοντας < γράφων τρεχ(οντ-) + νεότερες καταλήξεις της δημοτικής

Μετοχή

[επεξεργασία]

γράφοντας, -ουσα, ον

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

γράφοντας