γρίλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γρίλια οι γρίλιες
      γενική της γρίλιας
    αιτιατική τη γρίλια τις γρίλιες
     κλητική γρίλια γρίλιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρίλια < ιταλική griglia

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρίλια θηλυκό

  • το καθένα από τα μικρά οριζόντια ορθογώνια κομμάτια ξύλου που αποτελούν μέρος ενός παντζουριού και σχηματίζουν μεταξύ τους διάκενα που επιτρέπουν στον αέρα να μπαίνει από τα παράθυρα, όταν αυτά είναι κλειστά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]