γρίλια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρίλια γρίλιες
γενική γρίλιας
αιτιατική γρίλια γρίλιες
κλητική γρίλια γρίλιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρίλια < ιταλική griglia

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρίλια θηλυκό

  • το καθένα από τα μικρά οριζόντια ορθογώνια κομμάτια ξύλου που αποτελούν μέρος ενός παντζουριού και σχηματίζουν μεταξύ τους διάκενα που επιτρέπουν στον αέρα να μπαίνει από τα παράθυρα, όταν αυτά είναι κλειστά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]