Μετάβαση στο περιεχόμενο

γρίπη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γρίπη οι γρίπες
      γενική της γρίπης
    αιτιατική τη γρίπη τις γρίπες
     κλητική γρίπη γρίπες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρίπη (μαρτυρείται από το 1837)[1]< οπτικό δάνειο από τη γαλλική gripp(e) + [2] με απλοποίηση των δύο [ππ]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣɾi.pi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γρίπη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
Aπεικόνιση ιού γρίπης.

γρίπη θηλυκό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]
  • γρίππη[3] (παρωχημένη μη απλοποιημένη γραφή)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ασκληπιός, σύγγραμμα περιοδικό, τόμος 2, 1837, σελ. 61
  2. γρίπη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.