γρίπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γρῖπος, γρυπός

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

ψάρεμα με γρίπο
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γρίπος οι γρίποι
      γενική του γρίπου των γρίπων
    αιτιατική τον γρίπο τους γρίπους
     κλητική γρίπε γρίποι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρίπος < αρχαία ελληνική γρῖπος (δίχτυ ψαρά)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣɾi.pos/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρίπος αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) μέσο αλίευσης που μοιάζει με την τράτα· τα δίχτυα ρίχνονται σε λίμνες ή θάλασσα με ομαλό πυθμένα καλύπτοντας μεγάλη έκταση και τραβούνται με σχοινιά
  2. (συνεκδοχικά) σκάφος που φέρει τον παραπάνω μηχανισμό
  3. σχοινί ή σύρμα που χρησιμοποιείται
    1. στην ανάσυρση διαφόρων αντικειμένων απ’ το βυθό
    2. (ειδικότερα, ιδιωματικό της Λευκάδας) το τελευταίο σκοινί της τράτας (στη σημασία: δίχτυ) όταν την ανεβάζουν στο σκάφος,[1] το οποίο δένεται στην άκρη της κάθε πλευράς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Πανταζής Κοντομίχης, Λεξικό του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος (Αθήνα: Γρηγόρης, 2005).