Μετάβαση στο περιεχόμενο

γρίππη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γρίππη οι γρίππες
      γενική της γρίππης
    αιτιατική τη γρίππη τις γρίππες
     κλητική γρίππη γρίππες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρίππη (μαρτυρείται από το 1854)[1]< οπτικό δάνειο από τη γαλλική gripp(e) +

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γρίππη θηλυκό

  • (παρωχημένο) άλλη γραφή του γρίπη
      Ἡ μέν κατά τό 1830 συμβᾶσα γρίππη προηγήθη, ὡς εἴπομεν τῆς χολέρας· ἡ δὲ κατὰ τὸ 1833 παρηκολούθησεν αὐτὴν, καὶ τρόπον τινὰ ἡ γρίππη ἐπεσκέπτετο ὅσας ἐπικρατείας ἀπεχαιρέτιζεν ἡ χολέρα. (Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα σύγγραμμα περιοδικόν τόμος 2, 1854, σελ. 605 )

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα σύγγραμμα περιοδικόν τόμος 2, 1854, σελ. 605