γρίππη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γρίππη | οι | γρίππες |
| γενική | της | γρίππης | — | |
| αιτιατική | τη | γρίππη | τις | γρίππες |
| κλητική | γρίππη | γρίππες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γρίππη (μαρτυρείται από το 1854)[1]< οπτικό δάνειο από τη γαλλική gripp(e) + -η
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γρίππη θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα σύγγραμμα περιοδικόν τόμος 2, 1854, σελ. 605
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζέστη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Οπτικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)