γραΐδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραΐδιο γραΐδια
γενική γραϊδίου γραϊδίων
αιτιατική γραΐδιο γραΐδια
κλητική γραΐδιο γραΐδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραῒδιο (ν) και γρᾴδιον < γραῦς + ιδιον (κατάληξη υποκοριστικού)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραΐδιο ουδέτερο

  • η γριούλα, πολύ ηλικιωμένη και αδυνατισμένη γυναίκα, ανήμπορη και μικροκαμωμένη. Σήμερα η λέξη "γραῒδιο" χρησιμοποιείται σπανιότατα, γιατί αντίστοιχα χρησιμοποιείται με συμπάθεια το υποκοριστικό γριούλα ή με ουδέτερη διάθεση ο προσδιορισμός "πολύ γρια" και "πολύ ηλικιωμένη γυναίκα". Στις σπάνιες περιπτώσεις που χρησιμοποιείται η αρχαία λέξη, σήμερα πια έχει κυρίως υποτιμητική χροιά, π.χ. μη δίνεις σημασία στο γραῒδιο.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

γραία, γραῦς, γρια, γριούλα


Κλίση[επεξεργασία]

  • Ονομ. το γραῒδιο (ν)
  • Γεν. του γραῒδιου (γραϊδίου)
  • Δοτ. - (τῷ γραϊδίω)
  • Αιτ. το γραῒδιο (ν)
  • Κλητ. γραῒδιο (ν)
  • Ονομ. τα γραῒδια
  • Γεν. των γραῒδιων (γραϊδίων)
  • Δοτ. - (τοῖς γραϊδίοις)
  • Αιτ. τα γραῒδια
  • Κλητ. γραῒδια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]