γραικύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραικύλος γραικύλοι
γενική γραικύλου γραικύλων
αιτιατική γραικύλο γραικύλους
κλητική γραικύλε γραικύλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραικύλος < λατινική Graeculus, υποκοριστικό του Graecus < αρχαία ελληνική Γραικός (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραικύλος αρσενικό

  1. (μειωτικά) (υβριστικά) Έλληνας
  2. (μεταφορικά) αναξιοπρεπής, δουλοπρεπής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]