Μετάβαση στο περιεχόμενο

γραμματειακός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γραμματειακός η γραμματειακή το γραμματειακό
      γενική του γραμματειακού της γραμματειακής του γραμματειακού
    αιτιατική τον γραμματειακό τη γραμματειακή το γραμματειακό
     κλητική γραμματειακέ γραμματειακή γραμματειακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γραμματειακοί οι γραμματειακές τα γραμματειακά
      γενική των γραμματειακών των γραμματειακών των γραμματειακών
    αιτιατική τους γραμματειακούς τις γραμματειακές τα γραμματειακά
     κλητική γραμματειακοί γραμματειακές γραμματειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γραμματειακός < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

γραμματειακός -ή -ό

  • που αναφέρεται στη γραμματεία
      οι γραμματειακές πηγές κυρίως του 4ου αιώνα φαίνεται να αποφεύγουν να κάνουν λόγο άμεσα για το ρόλο της γυναίκας. Αυτή η σιωπή των ανδρών-συγγραφέων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού αντικατοπτρίζει μια ανδροκεντρική ιδεολογία (Eleni Kasselouri-Hatzivassiliadi, Niki Papageorgiou, Petros Vassiliadis, Deaconesses, the Ordination of Women and Orthodox Theology, Cambridge Scholars Publishing, 2018)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]