γραμματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- γραμματικός < [1]
- που αναφέρεται στα γράμματα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραμματικός (που γνωρίζει καλά τα γράμματα, που μπορεί να τα διδάξει) < αρχαία ελληνική γράφω
- που έχει σχέση με τη γραμματική < γραμματικ(ή) + -ός
Επίθετο
[επεξεργασία]γραμματικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται στα γράμματα και τις γνώσεις
έχει γραμματικές γνώσεις
- που αναφέρεται στη γραμματική
γραμματικοί κανόνες, γραμματικό γένος
- η μορφή που μπορει να πάρει μια λέξη
γραμματικοί τύποι ρημάτων, ουσιαστικών
- που αναφέρεται κυριολεκτικά ή μεταφορικά σε γράμμα και σε λέξη
γραμματική ερμηνεία του νόμου είναι η κατά γράμμα ερμηνεία του, η κατ' άλλους η αυστηρή και κατ' άλλους η απόλυτα σωστή, επειδή ακριβώς μένει στο τυπικό και δεν παρεκκλίνει σε υποκειμενικές εκτιμήσεις
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που έχει σχέση με τη γραμματική
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- γραμματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραμματικός, ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου γραμματικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γραμματικός αρσενικό
- (λαϊκότροπο, επάγγελμα) ο γραμματέας
- (λαϊκότροπο, επάγγελμα, παρωχημένο) ο δάσκαλος των γραμμάτων / των ελληνικών (με σημερινούς όρους ο φιλόλογος)
- ※ Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
- (φιλολογία, ιστορία) ονομασία των φιλολόγων της Αλεξάνδρειας στην ελληνιστική περίοδο
οι αλεξανδρινοί γραμματικοί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γραμματέας
|
ονομασία των αλεξανδρινών φιλολόγων
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γραμματικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλολογία (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)