Μετάβαση στο περιεχόμενο

γραμματόσημον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γραμματόσημον <  δείτε τη λέξη γραμματόσημο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γραμματόσημον ουδέτερο