γρανάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρανάτης γρανάτες
γενική γρανάτη γρανατών
αιτιατική γρανάτη γρανάτες
κλητική γρανάτη γρανάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρανάτης < γερμανική Granat < λατινική granatum (ρόδι) < granum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵr̥h₂nóm < ǵr̥h₂-nós < *ǵerh₂- (μεγαλώνω, ωριμάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρανάτης αρσενικό

τιτάνιο, πυρίτιο κ.ά.)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]