Μετάβαση στο περιεχόμενο

γραπώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γραπώνω < από το ιταλικό grappare

γραπώνω

  1. πιάνω με απότομη κίνηση του χεριού
      Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. τσακώνω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]