γριούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γριούλα γριούλες
γενική γριούλας
αιτιατική γριούλα γριούλες
κλητική γριούλα γριούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γριούλα < υποκοριστικό για την αρκετά ηλικιωμένη γυναίκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γριούλα θηλυκό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]