γριφωδώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γριφωδώς < ελληνιστική κοινή γριφωδῶς
Επίρρημα
[επεξεργασία]γριφωδώς
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γρίφος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γριφωδώς
|
|