Μετάβαση στο περιεχόμενο

γροθιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γροθιά οι γροθιές
      γενική της γροθιάς των γροθιών
    αιτιατική τη γροθιά τις γροθιές
     κλητική γροθιά γροθιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γροθιά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γροθιά < μεσαιωνική ελληνική γρόθος < αρχαία ελληνική γρόνθος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣɾoˈθça/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γροθιά θηλυκό

  1. το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
  2. το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
      Ο Σολοβάιδ ατάραχος του δίνει μια δυνστή γροθιά στο μήλο του Αδάμ και τον σωριάζει ακαριαία στο πάτωμα. (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, AKAKIA Publications, 2013)
     συνώνυμα: μπουνιά
  3. (μεταφορικά) πλήγμα εναντίον θεσμού, φορέα ή προσώπου

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια