γροθιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γροθιά οι γροθιές
      γενική της γροθιάς των γροθιών
    αιτιατική τη γροθιά τις γροθιές
     κλητική γροθιά γροθιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γροθιά < μεσαιωνική ελληνική γρόθος < αρχαία ελληνική γρόνθος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɾoˈθça/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γροθιά θηλυκό

  1. το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
  2. το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
     συνώνυμα: μπουνιά
  3. (μεταφορικά) πλήγμα εναντίον θεσμού, φορέα ή προσώπου

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]