γροθιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γροθιά γροθιές
γενική γροθιάς γροθιών
αιτιατική γροθιά γροθιές
κλητική γροθιά γροθιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γροθιά < μεσαιωνική ελληνική γρόθος < αρχαία ελληνική γρόνθος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɣɾɔ.ˈθça/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γροθιά θηλυκό

  1. το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
  2. το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπουνιά
  3. (μεταφορικά) πλήγμα εναντίον θεσμού, φορέα ή προσώπου

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]