γροθοπατινάδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γροθοπατινάδα θηλυκό
- (ειρωνικό) το (συνεχές) γρονθοκόπημα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γροθοπατινάδα
|