γροιλανδέζικα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | γροιλανδέζικα | ||
| γενική | των | γροιλανδέζικων | ||
| αιτιατική | τα | γροιλανδέζικα | ||
| κλητική | γροιλανδέζικα | |||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γροιλανδέζικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γροιλανδέζικος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γροιλανδέζικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- άλλη μορφή του γροιλανδικά
- ※ «Οι υιοθεσίες συχνά γίνονταν με τον ακόλουθο τρόπο: ο τοπικός γιατρός έλεγε σε μία γυναίκα: ‘Δεν μπορείτε να το φροντίσετε, έχετε ήδη πέντε παιδιά. Γιατί δεν το δίνετε για υιοθεσία;’. Εκείνη απαντούσε τότε: ‘Aap’ ναι στα γροιλανδέζικα. Της έλεγαν στη συνέχεια πού να βάλει την υπογραφή της. Υπέγραφε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά το παιδί της», εξήγησε ο δικηγόρος. (www.huffingtonpost.gr, 21.06.2024)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γροιλανδέζικα
|
|