γρούπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρούπος γρούποι
γενική γρούπου γρούπων
αιτιατική γρούπο γρούπους
κλητική γρούπε γρούποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρούπος < ιταλική gruppo < δημώδης λατινική *gruppo < αρχαία φραγκικά *kruppa < πρωτογερμανικά *kruppaz < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *grewb- < *ger- (γυρίζω, στρέφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρούπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) σωρός όμοιων πραγμάτων
  2. (παρωχημένο) χρηματόδεμα
  3. (παρωχημένο) ομάδα ανθρώπων που στέκονται ή περπατάνε μαζί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]