γρυπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρυπός < αρχαία ελληνική γρυπός (ο γαμψομύτης αλλά και γενικά κυρτός, καμπύλος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γρυπός

  1. με μύτη σαν το ράμφος του αετού, γαμψή
  2. με καμπούρα, κύρτωμα στην πλάτη


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]