Μετάβαση στο περιεχόμενο

γρόθος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γρόθος οι γρόθοι
      γενική του γρόθου των γρόθων
    αιτιατική τον γρόθο τους γρόθους
     κλητική γρόθε γρόθοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρόθος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρόθος < γρόνθος < ελληνιστική κοινή γρόνθος. Συγκρίνετε με το γροθιά.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣɾo.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γρό‐θος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γρόθος αρσενικό (και ιδιωματικό)

  1. άλλη μορφή του γρόνθος
  2. γρονθοκόπημα
    ※  19ος αιώνας, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1824-1879, Φωτεινός, Άσμα Δεύτερον, στίχ. 295 (293-295), @greek-language.gr
    Ένα μαχαιροβγάλτη,
    του Φλώρου τ’ αγριόπαιδο, το βραχοκαταλύτη,
    που μ’ ένα γρόθο εσκότωσε τριέτικο δαμάλι
  3. (ιδιωματικό) → δείτε  Κρήτη και πολλά άλλα μέρη
    1. η γροθιά
    2. (Πελοπόννησος) μήκος ή όγκος που ισοδυναμεί με το αντίστοιχο μιας γροθιάς

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
→ δείτε τη λέξη γροθιά

Αναφορές

[επεξεργασία]



    Κρητικά (el-crt)

    [επεξεργασία]

    Ετυμολογία

    [επεξεργασία]
    γρόθος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρόθος < γρόνθος < ελληνιστική κοινή γρόνθος.

    Ουσιαστικό

    [επεξεργασία]

    γρόθος αρσενικό

    1. η γροθιά, όπως γρόθος
    2. ο μαλάκας[1]

    Αναφορές

    [επεξεργασία]
    1. ↑ Αθηνά Προύντζου. Κατερίνα Χριστοπούλου. (2012) «Μια λεξικολογική προσέγγιση για την ‘άσεμνη’ λέξη μαλάκας», Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 33 (Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2012), σ. 299· πρόσβαση: 2020-09-17.
    • γρόθος - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)



    Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

    [επεξεργασία]

    Ετυμολογία

    [επεξεργασία]
    γρόθος < γρόνθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γρόνθος. Συγκρίνετε με το γροθιά.

    Ουσιαστικό

    [επεξεργασία]

    γρόθος αρσενικό

    1. η γροθιά, άλλη μορφή του γρόνθος, όπως γρόθος
    2. το άκρο του χεριού
    3. το γρονθοκόπημα
    4. (μονάδα μέτρησης) μήκος τεσσάρων δακτύλων (περίπου 8 εκατοστά)

    Άλλες γραφές

    [επεξεργασία]

    Άλλες μορφές

    [επεξεργασία]

    Συγγενικά

    [επεξεργασία]

    → και δείτε τη λέξη γρόνθος για θέμα γρονθ-