γρόθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρόθος < γροθιά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρόθος αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Βλ. Αθηνά Προύντζου, και Κατερίνα Χριστοπούλου, «Μια λεξικολογική προσέγγιση για την ‘άσεμνη’ λέξη μαλάκας», Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 33 (Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2012), σ. 299· πρόσβαση: 2020-09-17.