γρόμπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γρόμπος οι γρόμποι
      γενική του γρόμπου των γρόμπων
    αιτιατική τον γρόμπο τους γρόμπους
     κλητική γρόμπε γρόμποι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρόμπος < (Χρειάζεται τεκμηρίωση…) λατινική grumus (μικρός σωρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gar- / *ger- (δένω, ενώνω)
ή < ιταλική groppo (κόμπος, γρόμπος) < δημώδης λατινική *cruppo < πρωτογερμανική *kruppaz (σβώλος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *grewb-
ή < σλαβική гръб (ɡrɤp) < πρωτοσλαβική *gъrbъ (εξόγκωμα, έξαρμα, γρόμπος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρόμπος αρσενικό

  1. (ιδιωματικό) εξόγκωμα δέρματος
     συνώνυμα: έξαρμα, εξόγκωμα
  2. (ιδιωματικό) σβώλος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]