Μετάβαση στο περιεχόμενο

γρόνθος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γρόνθος οι γρόνθοι
      γενική του γρόνθου των γρόνθων
    αιτιατική τον γρόνθο τους γρόνθους
     κλητική γρόνθε γρόνθοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρόνθος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γρόνθος. Συγκρίνετε με το γρόθος, γροθιά.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣɾon.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γρόν‐θος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γρόνθος αρσενικό και καθαρεύουσα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με γρονθ- ή και γροθ-

→ και δείτε τη λέξη γροθιά για λέξεις με γροθ-

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
→ δείτε τη λέξη γροθιά



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρόνθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γρόνθος. Συγκρίνετε με το γρόθος, γροθιά.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γρόνθος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με θέμα γρονθ-

→ και δείτε τη λέξη γρόθος για το θέμα γροθ-



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ γρόνθος οἱ γρόνθοι
      γενική τοῦ γρόνθου τῶν γρόνθων
      δοτική τῷ γρόνθῳ τοῖς γρόνθοις
    αιτιατική τὸν γρόνθον τοὺς γρόνθους
     κλητική ὦ! γρόνθε γρόνθοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γρόνθω
γεν-δοτ τοῖν  γρόνθοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρόνθος (ελληνιστική κοινή) < αβέβαιης ετυμολογίας. Εάν η κατάληξη (*γρόμ-θος) είναι -θος (όπως στῆθος, βρόχθος, κύσθος) τότε είναι πιθανή η σύνδεση με την παλαιά σκανδιναβική krumma (χέρι), παλαιά άνω γερμανική krimman (σφίγγω), ίσως και τη λατινική gremium (αγκαλιά). [1][2] Δείτε και γρόνθος#Etymology στο αγγλικό Βικιλεξικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γρόνθος αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ «γροθιά» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. ↑ «γρόνθος» - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.