γρόσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρόσι γρόσια
γενική γροσιού γροσιών
αιτιατική γρόσι γρόσια
κλητική γρόσι γρόσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρόσι < μεσαιωνική ελληνική γρόσι(ν) < βενετική grosso < λατινική grossus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷres-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρόσι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (οικονομία) (ασημένιο) νόμισμα, ίσο προς το ένα εκατοστό της (χρυσής) λίρας διαφόρων κρατών (Τουρκίας, Αιγύπτου, Κύπρου, Βενετίας κ.ά.)
  2. (συνεκδοχικά) τα χρήματα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]