Μετάβαση στο περιεχόμενο

γρύψ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γρύψ οἱ γρῦπες
      γενική τοῦ γρυπός τῶν γρυπῶν
      δοτική τῷ γρυπῐ́ τοῖς γρυψῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν γρῦπ τοὺς γρῦπᾰς
     κλητική ! γρύψ γρῦπες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γρῦπε
γεν-δοτ τοῖν  γρυποῖν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
3η κλίση, Κατηγορία 'γύψ' όπως «γύψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρύψ < γρυπός (επίθετο, ο γαμψός) ή συγγενές και όχι παράγωγο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
γρύψ αρσενικό
  • οι αετολέοντες, μυθικά πλάσματα με σώμα λεονταριού και κεφάλι αετού
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 116
    λέγεται δὲ ὑπὲκ τῶν γρυπῶν ἁρπάζειν Ἀριμασποὺς ἄνδρας μουνοφθάλμους. Πείθομαι δὲ οὐδὲ τοῦτο...
    λένε <πως στο βορρά υπάρχει πολύς χρυσός> που το αρπάζουν από τους γρύπες οι Αριμασποί, μονόφθαλμοι άνδρες. Εγώ όμως δεν πείθομαι ότι ισχύει...

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]