γρύψ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | γρύψ | οἱ | γρῦπες |
| γενική | τοῦ | γρυπός | τῶν | γρυπῶν |
| δοτική | τῷ | γρυπῐ́ | τοῖς | γρυψῐ́(ν) |
| αιτιατική | τὸν | γρῦπᾰ | τοὺς | γρῦπᾰς |
| κλητική ὦ! | γρύψ | γρῦπες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γρῦπε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γρυποῖν | ||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό. | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'γύψ' όπως «γύψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- γρύψ αρσενικό
- οι αετολέοντες, μυθικά πλάσματα με σώμα λεονταριού και κεφάλι αετού
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 116
- λέγεται δὲ ὑπὲκ τῶν γρυπῶν ἁρπάζειν Ἀριμασποὺς ἄνδρας μουνοφθάλμους. Πείθομαι δὲ οὐδὲ τοῦτο...
- λένε <πως στο βορρά υπάρχει πολύς χρυσός> που το αρπάζουν από τους γρύπες οι Αριμασποί, μονόφθαλμοι άνδρες. Εγώ όμως δεν πείθομαι ότι ισχύει...
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γρύψ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'γύψ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γύψ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γύψ' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γύψ' με μακρό φωνήεν (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)