γυάλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυάλα γυάλες
γενική γυάλας
αιτιατική γυάλα γυάλες
κλητική γυάλα γυάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυάλα < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝa.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυάλα θηλυκό

  1. γυάλινο δοχείο σφαιρικού σχήματος, που συχνά χρησιμοποιείται ως μικρό ενυδρείο
  2. η γυάλινη σφαίρα που έχουν τα μέντιουμ
  3. (μεταφορικά) χώρος απόλυτα ασφαλής
    στη γυάλα μεγάλωσες;


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]