Μετάβαση στο περιεχόμενο

γυαλοκοπώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γυαλοκοπώ < γυαλί + -ο- + -κοπώ

γυαλοκοπώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]