γυιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γιός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυιός < υἱός


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυιός αρσενικό
  • παλιότερη γραφή του γιός



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυιός < γυῖον (γόνατο, κνήμη, χέρι)


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γυιός, ή, όν
  • χωλός, που έχει κάποια αναπηρία για διάφορους λόγους

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

  • γυιαρκής, ής, ές (που κανει τα μέλη να επαρκούν, τα ενισχύει, που βοηθά στην υγεία τους)
  • γυιοβαρής, ής, ές (που βαραινει τα μέλη)
  • γυιβόρος (που φθείρει, τρώει τα μέλη, αλλά ίσως γυικόρος και είναι εσφαλμένη γραφή)
  • γυιοδάμας (που δαμάζει τα μέλη)
  • γυιοπέδη (χειροπέδη και ποδακάκη, δεσμά μελών)