Μετάβαση στο περιεχόμενο

γυλιός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γυλιός οι γυλιοί
      γενική του γυλιού των γυλιών
    αιτιατική τον γυλιό τους γυλιούς
     κλητική γυλιέ γυλιοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γυλιός < αρχαία ελληνική γυλιός και γύλιος (στρατιωτικός σάκκος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυλιός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ γυλιός οἱ γυλιοί
      γενική τοῦ γυλιοῦ τῶν γυλιῶν
      δοτική τῷ γυλιῷ τοῖς γυλιοῖς
    αιτιατική τὸν γυλιόν τοὺς γυλιούς
     κλητική ὦ! γυλιέ γυλιοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γυλιώ
γεν-δοτ τοῖν  γυλιοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γυλιός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυλιός, -ου αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) στρατιωτικός σάκκος
    ※  5ος αιώνας κε  ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Γ
    <Γυλιός> ὁ Ἡρακλῆς. καὶ ἀγγεῖον ὁδοιπορικὸν εἰς ἀπόθεσιν τῶν ἀναγκαίων, ᾧ ἐχρῶντο οἱ στρατιῶται
  2. (θηλαστικό ζώο) σκατζόχοιρος
    ≈ συνώνυμα:  χήρ

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]