γυμνητεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνητεύω < αρχαία ελληνική γυμνητεύω < γυμνήτης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γυμνητεύω

  1. είμαι γυμνός, κάνω γυμνισμό
  2. είμαι ελαφρά ενδεδυμένος ή ελαφρά οπλισμένος στον αρχαίο στρατό των Αθηνών


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]