γυμνόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γυμνῶ γυμνοῦμαι
Παρατατικός
Μέλλοντας γυμνώσω
Αόριστος ἐγύμνωσα ἐγυμνώθην
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνόω < γυμνός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γυμνόω-γυμνῶ

  1. γυμνώνω και γυμνώνομαι
  2. αποστερώ
  3. (παθητικό) είμαι ανυπεράσπιστος