Μετάβαση στο περιεχόμενο

γυνή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : γυναίκα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
ουσιαστικά ετερόκλιτα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
γῠν- γῠναικ-
ονομαστική ἡ γυνή αἱ γυναῖκες
      γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
      δοτική τῇ γυναικί ταῖς γυναιξί(ν)
    αιτιατική τὴν γυναῖκα τὰς γυναῖκας
     κλητική ὦ! γύναι γυναῖκες
Τύπος από την 1η κλίση (γυνή), και τύποι από την 3η κλίση.
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ετερόκλιτα' όπως «γυνή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γυνή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυνή < (συγκρίνετε με το γυναίκα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝiˈni/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γυ‐νή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυνή, γυναικός θηλυκό

  1. (αρχαιοπρεπές) η γυναίκα, ενήλικο άτομο θηλυκού γένους (σε παγιωμένες εκφράσεις)
  2. (καθαρεύουσα) η γυναίκα
    → χρειάζεται παράθεμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ουσιαστικά ετερόκλιτα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
γῠν- γῠναικ-
ονομαστική ἡ γυνή αἱ γυναῖκες
      γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
      δοτική τῇ γυναικῐ́ ταῖς γυναιξῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν γυναῖκᾰ τὰς γυναῖκᾰς
     κλητική ὦ! γύναι γυναῖκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γυναῖκε
γεν-δοτ τοῖν  γυναικοῖν
Τύπος από την 1η κλίση (γυνή), και τύποι από την 3η κλίση.
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ετερόκλιτα' όπως «γυνή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γυνή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷḗn (γυναίκα) + *-h₂- [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /gy.nɛ̌ː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : γυ‐νή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυνή, γυναικός θηλυκό

  1. γυναίκα
    ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 6 (Ἐρατώ), 69.5
    τίκτουσι γὰρ γυναῖκες καὶ ἐννεάμηνα καὶ ἑπτάμηνα, καὶ οὐ πᾶσαι δέκα μῆνας ἐκτελέσασαι·
    δηλαδή οι γυναίκες γεννούν και εννιαμηνίτικα κι εφταμηνίτικα, χωρίς να συμπληρώσουν όλες τους δέκα μήνες.
    Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος, στίχ. 627
    τούτωι δὲ δῆλον ὡς γυνὴ κακὸν μέγα·
    Δε θέλει ρώτημα πως η γυναίκα είναι κακό μεγάλο:
    Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greek‑language.gr
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 1014 (1014-1015)
    οὐδέν ἐστι θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον, | οὐδὲ πῦρ, οὐδ᾽ ὧδ᾽ ἀναιδὴς οὐδεμία πόρδαλις.
    Δεν υπάρχει στον κόσμο θεριό τόσο αμάχητο, | ξεπερνάει τη φωτιά και τον τίγρ᾽ η γυναίκα!
    Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greek‑language.gr
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 596 (596-597)
    τῆς δὲ γυναικὸς μικρὸς ὁ καιρός, κἂν τούτου μὴ ᾽πιλάβηται, | οὐδεὶς ἐθέλει γῆμαι ταύτην, ὀττευομένη δὲ κάθηται.
    Ο καιρός της γυναίκας ολίγος κι αν τον χάσει, | κανείς δεν την παίρνει· και κάθεται μες στο σπίτι και ρέβει μ᾽ ονείρατα μόνο.
    Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greek‑language.gr
    ≠ αντώνυμα: ἀνήρ
  2. (οικογένεια) η σύζυγος
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 8 (θ. Ὀδυσσέως σύστασις πρὸς Φαίακας.), στίχ. 523 (521-525)
    αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς | τήκετο, δάκρυ δ᾽ ἔδευεν ὑπὸ βλεφάροισι παρειάς. | ὡς δὲ γυνὴ κλαίῃσι φίλον πόσιν ἀμφιπεσοῦσα, | ὅς τε ἑῆς πρόσθεν πόλιος λαῶν τε πέσῃσιν, | ἄστεϊ καὶ τεκέεσσιν ἀμύνων νηλεὲς ἦμαρ·
    ωστόσο ο Οδυσσέας | έλιωνε, το δάκρυ του έτρεχε ασταμάτητο μουσκεύοντας τα μάγουλά του. | Πώς μια γυναίκα μοιρολογεί τον άντρα της πεσμένη πάνω του, | που εκεί, μπροστά στην πόλη του και στον λαό του, πέφτει | για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα του, να τα γλιτώσει από τη μαύρη μέρα·
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
    ≠ αντώνυμα: ἀνήρ (σημασία 7 «ο σύζυγος»)
  3. θνητή γυναίκα σε αντίθεση προς τη θεά
    ≠ αντώνυμα: ἀνήρ (σημασία 1 «άνθρωπος θνητός, αντιθέτως προς τον θεό»)
  4. (για ζώα) θηλυκό, ταίρι
    → δείτε μεσαιωνική ελληνική ἄνδρας (σημασία 2 «αρσενικό ζώο»)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ γυνή σελ. 291, & σελ. 292 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.