γυνή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : γυναίκα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυνή < αρχαία ελληνική γυνή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷḗn- < *gʷen- (γυναίκα) + *-h₂-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝi.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυνή θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυνή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷḗn- < *gʷen- (γυναίκα) + *-h₂- (μυκηναϊκή διάλεκτος: 𐀓𐀙𐀊: ku-na-ja)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυνή θηλυκό

  1. γυναίκα
  2. σύζυγος
  3. θνητή
  4. θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω
  • γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει

Κλίση[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ονομαστική ἡ γυνή αἱ γυναῖκες
Γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
Δοτική τῇ γυναικί ταῖς γυναιξί(ν)
Αιτιατική τὴν γυναῖκα τὰς γυναῖκας
Κλητική (ὦ) γύναι (ὦ) γυναῖκες