γυναικαδελφός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυναικαδελφός γυναικαδελφοί
γενική γυναικαδελφού γυναικαδελφών
αιτιατική γυναικαδελφό γυναικαδελφούς
κλητική γυναικαδελφέ γυναικαδελφοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυναικαδελφός < μεσαιωνική ελληνική γυναικάδελφος < γυναίκα / γυνή + αδελφός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυναικαδελφός αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]