γυναικοκαβγάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυναικοκαβγάς γυναικοκαβγάδες
γενική γυναικοκαβγά γυναικοκαβγάδων
αιτιατική γυναικοκαβγά γυναικοκαβγάδες
κλητική γυναικοκαβγά γυναικοκαβγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυναικοκαβγάς < γυναικο- + καβγάς < μεσαιωνική ελληνική καβγάς < τουρκική kavga < οθωμανικά τουρκικά غوغا (ğavğa, kavga) < περσική غوغا (ğouğâ, ğavğâ: θόρυβος, φιλονικία) < غو (ğav: κραυγή, φωνασκία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυναικοκαβγάς αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]