γυναικομαστία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γυναικομαστία οι γυναικομαστίες
      γενική της γυναικομαστίας των γυναικομαστιών
    αιτιατική τη γυναικομαστία τις γυναικομαστίες
     κλητική γυναικομαστία γυναικομαστίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυναικομαστία < γυναίκα + μαστός (διεθνής όρος εκ της ελληνικής)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυναικομαστία θηλυκό

  1. (ανατομία), (ιατρική), (φαρμακευτική): η αύξηση του ιστού των μαστών στους άνδρες

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • αυτή μπορεί να είναι παροδική στην εφηβική ηλικία, ή να εμφανίζεται σε υπερήλικους λόγω μείωσης της τεστοστερόνης, αλλά και παθολογική από παρενέργεια φαρμακευτικής αγωγής (π.χ. της σιμετιδίνης)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]