γυναικούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυναικούλα γυναικούλες
γενική γυναικούλας
αιτιατική γυναικούλα γυναικούλες
κλητική γυναικούλα γυναικούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυναικούλα < γυναίκα + κατάληξη υποκοριστικού -ούλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυναικούλα θηλυκό

  1. (χαϊδευτικά) τρυφερή προσφώνηση της συμβίας από τον σύζυγο είτε επειδή την αγαπά είτε επειδή θέλει να την εξευμενίσει είτε επειδή θέλει κάτι να της ζητήσει
  2. (μειωτικά) για γυναίκα που δεν διακρίνεται για το μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδό της
  3. γυναίκες άκακες, αθώες, αμέτοχες που έτυχε να βρίσκονται κάπου
    Εκεί που έριξαν τα δακρυγόνα ήταν μαζεμένοι κάτι συνταξιούχοι και κάτι γυναικούλες με τα παιδιά τους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]