γυρομαγνητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γυρομαγνητικός γυρομαγνητική γυρομαγνητικό
γενική γυρομαγνητικού γυρομαγνητικής γυρομαγνητικού
αιτιατική γυρομαγνητικό γυρομαγνητική γυρομαγνητικό
κλητική γυρομαγνητικέ γυρομαγνητική γυρομαγνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυρομαγνητικοί γυρομαγνητικές γυρομαγνητικά
γενική γυρομαγνητικών γυρομαγνητικών γυρομαγνητικών
αιτιατική γυρομαγνητικούς γυρομαγνητικές γυρομαγνητικά
κλητική γυρομαγνητικοί γυρομαγνητικές γυρομαγνητικά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

?

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

γυρομαγνητικός < αγγλικά : gyromagnetic < γυρο-/γυρνώ + μαγνητικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γυρομαγνητικός (el), , αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  • (φυσική) που αφορά, που σχετίζεται με, ή προκύπτει από τις ιδιότητες ενός περιστρεφόμενου μαγνήτη, ή ενός περιστρεφόμενου ηλεκτρικού φορτίου• μαγνητογυρικός, -ή, -ό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]