γυροσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γυροσκόπιο τα γυροσκόπια
      γενική του γυροσκοπίου των γυροσκοπίων
    αιτιατική το γυροσκόπιο τα γυροσκόπια
     κλητική γυροσκόπιο γυροσκόπια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυροσκόπιο < γύρω (< γυρίζω) + -σκόπιο, (αντιδάνειο) γαλλική gyroscope (από Λεόν Φουκώ το 1852)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυροσκόπιο ουδέτερο

  • (φυσική), (τεχνολογία): συσκευή αληθούς προσανατολισμού μέσω των ελεύθερα περιστρεφόμενων μερών της

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]