γυψώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυψώνω < αρχαία ελληνική γυψόω / γυψῶ < γύψος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γυψώνω (παθητική φωνή: γυψώνομαι)

  1. καλύπτω με γύψο κάτι
  2. καλύπτω με γύψο εν είδει επιδέσμου κάποιο χτυπημένο σωματικό μέλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]