γωνιακός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γωνιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γωνιακός[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣo.ni.aˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γω‐νι‐α‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]γωνιακός, -ή, -ό
- που βρίσκεται σε γωνία
γωνιακό δωμάτιο, γωνιακό σπίτι
- που σχηματίζει γωνία
γωνιακός λειαντήρας, γωνιακός τροχός- ≈ συνώνυμα: γωνιώδης
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]- γωνιακά (επίρρημα)
Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που βρίσκεται σε γωνία
|
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γωνιακός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ γωνιακός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣo.ni.aˈkos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γω‐νι‐α‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]γωνιακός, -ή, -όν
- που σχετίζεται με γωνία ή βρίσκεται σε γωνία
- ※ 5ος κε ⌘ Πρόκλος, Εἰς τὸ πρῶτον τῶν Εὐκλείδου Στοιχείων, Ὅροι, Ὅρος Θ΄ Ὅταν δὲ αἱ τὴν γωνίαν περιέχουσαι γραμμαὶ εὐθεῖαι ὦσιν, εὐθύγραμμος ἡ γωνία καλεῖται
- διὸ καὶ τὰ λόγια τὰς γωνιακὰς συμβολὰς τῶν σχημάτων συνοχηίδας ἀποκαλεῖ, καθόσον εἰκόνα φέρουσι τῶν συνοχικῶν ἑνώσεων καὶ τῶν συζεύξεων τῶν θείων, καθ' ἃς τὰ διεστῶτα συνάπτουσιν ἀλλήλοις.
- → λείπει η μετάφραση
- διὸ καὶ τὰ λόγια τὰς γωνιακὰς συμβολὰς τῶν σχημάτων συνοχηίδας ἀποκαλεῖ, καθόσον εἰκόνα φέρουσι τῶν συνοχικῶν ἑνώσεων καὶ τῶν συζεύξεων τῶν θείων, καθ' ἃς τὰ διεστῶτα συνάπτουσιν ἀλλήλοις.
γωνιακὸς ὀδούς ≈ συνώνυμα: γομφίος
- ≈ συνώνυμα: γωνιώδης
- ※ 5ος κε ⌘ Πρόκλος, Εἰς τὸ πρῶτον τῶν Εὐκλείδου Στοιχείων, Ὅροι, Ὅρος Θ΄ Ὅταν δὲ αἱ τὴν γωνίαν περιέχουσαι γραμμαὶ εὐθεῖαι ὦσιν, εὐθύγραμμος ἡ γωνία καλεῖται
Παράγωγα
[επεξεργασία]- γωνιακῶς (επίρρημα) : σε σχήμα γωνίας
Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Απόγονοι
[επεξεργασία]γωνιακός (ελληνιστική κοινή)
Πηγές
[επεξεργασία]- γωνιακός - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- γωνιακός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με επίθημα -ιακός (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)