Μετάβαση στο περιεχόμενο

γωνιακός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γωνιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γωνιακός[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣo.ni.aˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γωνιακός

Επίθετο

[επεξεργασία]

γωνιακός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται σε γωνία
    παράδειγμα  γωνιακό δωμάτιο, γωνιακό σπίτι
  2. που σχηματίζει γωνία
    παράδειγμα  γωνιακός λειαντήρας, γωνιακός τροχός
     συνώνυμα: γωνιώδης

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γωνιακός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. γωνιακός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γωνιακός < γων(ία) + -ιακός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣo.ni.aˈkos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γωνιακός

Επίθετο

[επεξεργασία]

γωνιακός, -ή, -όν

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

γωνιακός (ελληνιστική κοινή)

καθαρεύουσα: γωνιακός
νέα ελληνικά: γωνιακός