Μετάβαση στο περιεχόμενο

γόμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γόμα οι γόμες
      γενική της γόμας των γομών
    αιτιατική τη γόμα τις γόμες
     κλητική γόμα γόμες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γόμα < (άμεσο δάνειο) βενετική goma < ιταλική gomma < νεολατινική gumma / cumma < λατινική cummi / gummi < αρχαία ελληνική κόμμι (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή qmy[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣo.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γόμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόμα θηλυκό

  1. (γραφική ύλη) συνώνυμο του γομολάστιχα
    υποκοριστικά: γομίτσα, γομούλα
  2. παχύρρευση συγκολλητική ουσία
     συνώνυμα: κόμμι  δείτε και τη λέξη ρετσίνι
     δείτε  και (κυπριακά) κόλλα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]