Μετάβαση στο περιεχόμενο

γόμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γόμος οι γόμοι
      γενική του γόμου των γόμων
    αιτιατική τον γόμο τους γόμους
     κλητική γόμε γόμοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γόμος < αρχαία ελληνική γόμος (και γέμος, φορτίο, φορτίο πλοίου αρχικά, ζωμός κρεάτος, φαγητό) < γέμω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόμος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γόμος οἱ γόμοι
      γενική τοῦ γόμου τῶν γόμων
      δοτική τῷ γόμ τοῖς γόμοις
    αιτιατική τὸν γόμον τοὺς γόμους
     κλητική ! γόμε γόμοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γόμω
γεν-δοτ τοῖν  γόμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γόμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gómos < *gem-. Συγγενές του γέμω, γέντο και λατινικά gemo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόμος, -ου αρσενικό

  1. φορτίο πλοίου
     συνώνυμα:  φόρτος
  2. φορτίο υποζυγίου
     συνώνυμα:  ἄχθος

Παράγωγα

[επεξεργασία]