γόπινγκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γόπινγκ < γόπα + -ινγκ (< αγγλική κατάληξη -ing).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γόπινγκ ουδέτερο

  • (στρατιωτική αργκό) Ο καθαρισμός μιας περιοχής -συνήθως του στρατοπέδου- που είναι γεμάτη αποτσίγαρα (γόπες) από τους φαντάρους.
Εμπρός, πηγαίνετε για γόπινγκ! Να μη βρώ ούτε στάχτη κάτω!