γύης
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γύης αρσενικό
- το κυρτό ξύλο του αρότρου στο οποίο προσαρμόζεται το υνί
- μέτρο γης, χωράφι
- (μεταφορικά) η σύζυγος
γύης αρσενικό