γύης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Γύης

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γύης, μάλλον ομόρριζο με το γῆ, γαῖα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύης αρσενικό

  1. το κυρτό ξύλο του αρότρου στο οποίο προσαρμόζεται το υνί
  2. μέτρο γης, χωράφι
  3. (μεταφορικά) η σύζυγος