γύφτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γύφτος γύφτοι
γενική γύφτου γύφτων
αιτιατική γύφτο γύφτους
κλητική γύφτε γύφτοι
2η κλητική ενικού: γύφτο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γύφτος < μεσαιωνική ελληνική Γύφτος < αρχαία ελληνική Aἰγύπτιος < Αἴγυπτος < αρχαία αιγυπτιακή ḥwt kꜣ ptḥ
Hwtt
O1
kA
Z1
p
t
HA40

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝi.ftɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύφτος αρσενικό (θηλυκό: γύφτισσα)

  1. (μειωτικά) ο τσιγγάνος
  2. (λογοτεχνία)
    Γύφτισσα τονε βύζαξε, για τούτο έχει φτερά. / Σέρβικο τραγούδι (Κωστής Παλαμάς, Ο δωδεκάλογος του γύφτου, Λόγος Α' Ο ερχομός (υπότιτλος) @greek-language.gr)
  3. (μεταφορικά) άτομο που ζει σε χώρο ακατάστατο και βρόμικο
  4. (μεταφορικά) πολύ μελαψός άνθρωπος
  5. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) ο σιδεράς
  6. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) οργανοπαίχτης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του
  • βρήκε ο γύφτος βούτυρο άρχισε να αλείφει και τον κώλο του

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]